γκρίνια


γκρίνια
[нгринья] ουα. Θ. ворчанье, сварливость,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γκρίνια" в других словарях:

  • γκρίνια — η (λ. ιταλ.) 1. κλαψούρισμα νηπίων: Το μωρό δε σταματάει την γκρίνια γιατί πονάει η κοιλιά του. 2. μουρμούρα, μεμψιμοιρία: Δεν αργεί τα βράδια γιατί δεν αντέχει την γκρίνια της γυναίκας του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γκρίνια — και γρίνα και γρίνια, η 1. παράπονο, μεμψιμοιρία 2. διχόνοια, διαμάχη, διαπληκτισμός (φρ., «η φτώχεια φέρνει γκρίνια») 3. το συνεχές κλαψούρισμα τών μωρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < (διαλεκτικό ιταλ.) grigna] …   Dictionary of Greek

  • άγγρη — η (Μ ἀγγρίς) νεοελλ. 1. λύπη που προκαλείται από ανεκπλήρωτη επιθυμία 2. συνεχές και άτονο κλάμα μικρού παιδιού, γκρίνια 3. φιλονικία, καβγάς μσν. οδύνη, πόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < ἀγγρίζω] …   Dictionary of Greek

  • γκρίνιασμα — το η γκρίνια* …   Dictionary of Greek

  • γκρι-γκρι — το η αδιάκοπη γκρίνια. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λ.] …   Dictionary of Greek

  • γκρινιάζω — και γρινιάζω (Μ γρυννίζω) [γκρίνια] 1. παραπονούμαι συνεχώς, μεμψιμοιρώ 2. μουρμουρίζω 3. ενοχλώ κάποιον με τα παράπονα μου 4. (για μωρά) κλαψουρίζω …   Dictionary of Greek

  • γκρινιάρης — α, ικο [γκρίνια] 1. αυτός που συνεχώς παραπονείται 2. εριστικός, καβγατζής 3. το μωρό που συνεχώς κλαψουρίζει …   Dictionary of Greek

  • γογγυσμός — ο (AM γογγυσμός) [γογγύζω] 1. βογγητό 2. παράπονο, γκρίνια …   Dictionary of Greek

  • γρίνια — γρινιάζω κ.λπ. βλ. γκρίνια, γκρινιάζω κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • κλαψούρα — και κλαούρα, η 1. το συνεχές και σιγανό κλάψιμο 2. μεμψιμοιρία, παράπονο, γκρίνια. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλάψα + κατάλ. ούρα, πιθ. κατά το μουρμ ούρα] …   Dictionary of Greek